Wednesday, January 21, 2009

Η διάκριση των λειτουργιών και ο παραγνωρισμένος ρόλος της δικαστικής εξουσίας

Αφορμή για την παρούσα ανάρτηση αποτελεί η έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων, αυτής του τμήματος αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας αναφορικά με το γήπεδο του Παναθηναϊκού στο Βοτανικό και αυτής του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αναφορικά με την ακαδημαϊκή ισοτιμία πτυχίου που χορηγήθηκε από γαλλικό πανεπιστημιακό ίδρυμα, το οποίο όμως συνεργαζόταν υπό μορφήν franchise με ελληνικό εργαστήριο ελευθέρων σπουδών. Ό,τι γράφω το γράφω με την επιφύλαξη ότι δεν έχω διαβάσει τις ίδιες τις αποφάσεις, αλλά μεταφέρω τα όσα (συχνά ανακριβή) γράφει γι' αυτές το ρεπορτάζ. Η δικαστική εξουσία έχει ως αποστολή της την εφαρμογή των νόμων. Όταν λέμε των νόμων, εννοούμε όλη την κλίμακά τους, από το Σύνταγμα και το Κοινοτικό Δίκαιο μέχρι την τελευταία κανονιστική ("νομοθετική") πράξη που έχει εκδώσει, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως ένα διοικητικό όργανο. Όμως αυτός είναι συνάμα και ο περιορισμός της - δεν είναι έργο της δικαστικής εξουσίας να νομοθετεί ή να υποκαθιστά την εκτελεστική λειτουργία. Πώς σχετίζονται με αυτά οι παραπάνω αποφάσεις; Ακριβώς με τον αντίθετο τρόπο.

Με την απόφαση του Τμήματος Αναστολών το Συμβούλιο της Επικρατείας θεώρησε ότι από την πρόοδο των εργασιών στο Βοτανικό μέχρι τη συζήτηση της κύριας προσφυγής ενώπιόν του μπορεί να προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στο περιβάλλον. Η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που εφήρμοσε είναι το άρθρο 24 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Το ΣτΕ υπεισήλθε σε μια κρίση, ότι το νομικό πλαίσιο (πρόκειται για νόμο ψηφισμένο από τη Βουλή) για τη διπλή ανάπλαση του Βοτανικού και της Λεωφόρου Αλεξάνδρας δεν προστατεύει επαρκώς το περιβάλλον (για την ακρίβεια, στη διαδικασία της αναστολής: ενδέχεται να μην προστατεύει επαρκώς το περιβάλλον), κρίση για την οποία μάλλον περισσότερο αρμόδια θα ήταν η εκτελεστική εξουσία, η οποία έχει την εμπειρία και την εξειδικευμένη τεχνογνωσία για να κρίνει εάν η δεδομένη ανάπλαση είναι συνολικά βλαπτική ή ευνοϊκή για το περιβάλλον. Όταν νομοθέτησε η Βουλή για την ανάπλαση αυτή είχε υπ' όψει της εκθέσεις και εγκρίσεις τεχνικών (εκτελεστικής λειτουργίας), ενώ και όλη η διαδικασία ανάπλασης θα περνά, κατ' ανάγκην, από Πολεοδομίες και άλλες αντίστοιχες υπηρεσίες, οι οποίες θα κρίνουν για ενδεχόμενες βλαπτικές συνέπειες προς το περιβάλλον όταν χορηγούν τις σχετικές άδειες. Το ΣτΕ δεν αποτελείται από περιβαλλοντολόγους ούτε από μηχανικούς και αποστολή του δεν είναι να κάνει κρίσεις οι οποίες είναι, στην ουσία, κρίσεις σκοπιμότητας. Δεν πρόκειται για κάποια πρόδηλη παραβίαση των όρων που θέτει το άρθρο 24 του Συντάγματος από τη Βουλή ή από την εκτελεστική εξουσία στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να θεωρεί το ΣτΕ ότι το ίδιο μπορεί - και υποχρεούται - να υποκαταστήσει την κρίση που έχουν εκφέρει οι τεχνοκρατικές υπηρεσίες. Προσοχή: δεν εννοώ ότι το ΣτΕ δεν πρέπει να ελέγχει τη συμβατότητα των νόμων με το Σύνταγμα, ακόμη και με το άρθρο 24, αλλά θα έπρεπε να περιορίζει το ρόλο του στον έλεγχο περιπτώσεων που είναι "με γυμνό μάτι" προφανές ότι το περιβάλλον συνολικά θίγεται. Θα ώφειλε, δηλαδή, να αυτοσυγκρατηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και να μην προχωρήσει στην αποδοχή της αιτήσεως αναστολής (και, κατά τη γνώμη μου, ούτε της αιτήσεως ακυρώσεως των ενδιαφερομένων πολιτών).

Από την άλλη, επικρίθηκε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών που ακύρωσε την άρνηση του ΔΟΑΤΑΠ να δεχθεί την ισοτιμία πτυχίου που χορηγήθηκε από γαλλικό ίδρυμα, ενώ μέρος των σπουδών (δεν ξέρω πόσο) είχε πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα σε εργαστήριο ελευθέρων σπουδών - η αιτιολογία, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ήταν ότι δεν είχε αρμοδιότητα το ΔΟΑΤΑΠ να εξετάζει εάν μέρος των σπουδών αυτών πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα. Εκ πρώτης όψεως (και το γράφω έτσι, επειδή δεν ξέρω το κανονικό ιστορικό) το ΔιοικΠρωτΑθ έπραξε άριστα και έκανε τη δουλειά του - το ΔΟΑΤΑΠ οφείλει, σύμφωνα με το νόμο που το διέπει, να ελέγχει εάν τουλάχιστον το 1/2 των σπουδών πραγματοποιήθηκε στο ίδρυμα που απονέμει τον τίτλο. Δεν έχει, όμως, την αρμοδιότητα να απορρίψει την ισοτιμία, επειδή έχει διαπιστώσει ότι ένα μέρος των σπουδών (και πάντως λιγότερο από το 1/2) δεν έχει πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα. Δεν έχει, δηλαδή, το ΔΟΑΤΑΠ την αρμοδιότητα να υπερβαίνει τις ελεγκτικές του αρμοδιότητες, όπως και τα Δικαστήρια δεν έχουν το δικαίωμα να επικυρώνουν με τις αποφάσεις τους μια τέτοια υπέρβαση (σημείωση: εάν το ΔιοικΠρωτΑθ βασίσθηκε σε κοινοτικό δίκαιο, όπως φέρεται να ανακοίνωσε το κολλέγιο, τότε έχει κάνει πατάτα και όλα όσα γράφω για την απόφασή του δεν ισχύουν). Η δήλωση του Υπουργού Παιδείας ότι η απόφαση είναι πρωτόδικη και θα περιμένουμε μέχρι να τελεσιδικήσει παραγνωρίζει εντελώς το ρόλο της νομοθετικής λειτουργίας: εάν η κυβέρνηση θέλει να εφαρμοσθεί κατά γράμμα το άρθρο 16 του Συντάγματος (το οποίο ο γράφων θεωρεί απαράδεκτο, αλλά, όπως και να το κάνουμε, νόμος του κράτους είναι και δη αυξημένης τυπικής ισχύος), δεν επιρρίπτει τη σχετική ευθύνη στη δικαστική λειτουργία, αλλά, ως διαθέτουσα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τροποποιεί το νόμο για το ΔΟΑΤΑΠ, ώστε να έχει και τον ελεγκτικό ρόλο που θα του επιτρέπει να διασφαλίζει ότι οι σπουδές που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα εκτός ΑΕΙ δεν θα μπορούν να έχουν καμμιάς μορφής ακαδημαϊκή αναγνώριση. Δεν είναι δουλειά του Δικαστηρίου να ασκήσει τις αρμοδιότητες που ώφειλε να έχει ασκήσει το Κοινοβούλιο και να χορηγήσει στο ΔΟΑΤΑΠ περισσότερες αρμοδιότητες από αυτές που έχει. Αυτή είναι δουλειά της νομοθετικής λειτουργίας καθαρά - και οι αμήχανες δηλώσεις του κ. Σπηλιωτόπουλου είναι μάλλον προσπάθεια για επίρριψη ευθυνών αλλού.

6 comments:

Τατιάνα Ραπακούλια said...

Αγαπητέ Άβερελ, θα διαφωνήσω μαζί σας στο πρώτο θέμα.

Όλο το ζήτημα εγκειται, αν το αντιλαμβάνομαι σωστά, στο κατά πόσον το ΣτΕ είναι σε θέση να κρίνει "με γυμνό μάτι", όπως λες, κατά πόσον το περιβάλλον βλάπτεται ή όχι. Το γεγονός και μόνο ότι έβαλες τη φράση μέσα σε εισαγωγικά, δείχνει πόσο αόριστα και ακαθόριστα είναι τα όριά της. Τα μέλη του ΣτΕ προφανώς έκριναν ότι ήταν σε θέση να κρίνουν "με γυμνό μάτι", δηλαδή με τις διαθέσιμες σε αυτά πληροφορίες και με τις γνώσεις που κατέχουν.

Και ειλικρινά χαίρομαι που έτσι έκριναν. Γιατί όλοι ξέρουμε πόσο "αντικειμενικές" και "αδιάβλητες" είναι οι διαδικασίες αδειοδότησης από τις υπηρεσίες των διαφόρων υπουργείων, από πολεοδομίες και τα παρόμοια.

Averell said...

@ αόρατη μελάνη

Ευχαριστώ για το σχόλιό σας - φοβάμαι όμως ότι το ζήτημα είναι ευρύτερο, έχει να κάνει με τις λειτουργίες που έχει αναθέσει το Σύνταγμα στα Δικαστήρια, αφ' ενός, και στη Διοίκηση και τη Βουλή αφ' ετέρου. Η έκφραση "με γυμνό μάτι"' είναι δική μου, δεν προέρχεται ούτε από κάποιο σύγγραμμα, ούτε από κάποιο νόμο και θα σας εξηγήσω τι εννοώ. Επίσης, προκαταβολικά να πω ότι οι δικαστές του Τμήματος Αναστολών του ΣτΕ έκριναν ότι η πρόοδος των έργων μπορεί να φέρει ανεπανόρθωτη επιβάρυνση για το περιβάλλον και γι' αυτό διέταξαν την παύση τους (προφανώς υπό τη μορφή αναστολής της ισχύος κάποιας οικοδομικής αδείας).

Το ΣτΕ με την απόφασή του αυτή ούτε συνταγματικό πραξικόπημα έκανε, ούτε τίποτε παρόμοιο. Δεν το επικρίνω για παραβίαση του νόμου, αλλά επειδή θα ήθελα το ίδιο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση. Πώς το εννοώ αυτό; Η περίφημη "διπλή ανάπλαση" του Βοτανικού και της Λεωφόρου Αλεξάνδρας έχει ψηφισθεί με νόμο της Βουλής, επί τη βάσει του οποίου εκδόθηκαν, προφανώς, οι σχετικές οικοδομικές άδειες που προσβλήθηκαν. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει διαδικασία να προσφύγει κάποιος και να προσβάλει ευθέως το κύρος ενός νόμου της Βουλής, ζητώντας την ακύρωσή του επειδή αντιβαίνει στο Σύνταγμα,* αλλά η συνταγματικότητα του νόμου ελέγχεται παρεμπιπτόντως: οι διοικούμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να ακυρωθούν διοικητικές πράξεις (λ.χ. οικοδομικές άδειες) μεταξύ άλλων και επειδή ο νόμος, στον οποίον στηρίζονται, είναι αντισυνταγματικός. Έτσι, τα διοικητικά δικαστήρια εκφέρουν κρίση περί της συνταγματικότητας ενός νόμου επ' αφορμή του ελέγχου των διοικητικών πράξεων που στηρίζονται σ' αυτόν. Μπορεί, δηλαδή, το ΣτΕ να μην έχει το δικαίωμα να ακυρώσει το νόμο που ψήφισε η Βουλή για τη διπλή ανάπλαση, αλλά να ακυρώσει όλες τις διοικητικές πράξεις που στηρίζονται σ' αυτόν, "καταργώντας" τον στην πράξη. Επισημαίνω ότι, αφού πρόκειται για νόμο που ψηφίσθηκε από τη Βουλή, το μόνο που μπορεί να ελέγξει το ΣτΕ είναι εάν αυτός συνάδει με το Σύνταγμα (ή το κοινοτικό και το διεθνές δίκαιο, αλλά αυτό δεν μας ενδιαφέρει επί του παρόντος).

Η διάταξη του Συντάγματος, βάσει της οποίας ελέγχθηκε ο συγκεκριμένος νόμος, είναι το περίφημο άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι το κράτος προστατεύει το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Δηλαδή το ΣτΕ έρχεται να κρίνει εάν οι συγκεκριμένες διατάξεις, στην πραγματικότητα, οδηγούν σε βελτίωση ή σε επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Αυτή είναι η δουλειά του, εάν διαπιστώσει δηλαδή ότι θα επιβαρυνθεί το περιβάλλον, κρίνει το νόμο αντισυνταγματικό και ακυρώνει τις πράξεις που στηρίζονται σ' αυτόν. Ειδικότερα στη διαδικασία των αναστολών, επειδή δεν μπορεί να εκφέρει οριστική κρίση, πιθανολογεί ότι μπορεί, μέχρι να συζητηθεί η κύρια υπόθεση (η αίτηση ακυρώσεως των όποιων διοικητικών πράξεων έχουν εκδοθεί), να επέλθει ανεπανόρθωτη βλάβη στο περιβάλλον και γι' αυτό οφείλει να διατάξει την αναστολή των εργασιών. Οπότε μέχρις εδώ, μια χαρά - σαν να συμφωνώ και με την απόφαση, έτσι;

Η διαφωνία μου έγκειται ακριβώς στο ποιο είναι το αρμόδιο όργανο να κρίνει εάν με τη διπλή αυτή ανάπλαση το περιβάλλον επιβαρύνεται ή βελτιώνεται. Μπορείτε να αντιληφθείτε, αγαπητή Μελάνη (παρεμπιπτόντως: το "αγαπητή" το γράφω κατά πλήρη κυριολεξία), ότι οι κρίσεις αυτές είναι περισσότερο επιστημονικές/ τεχνοκρατικές, παρά νομικές. Φυσικά και το ΣτΕ έχει τον τελικό λόγο. Ωστόσο, θα περίμενα (και αυτό ισχύει και για πολλές άλλες περιπτώσεις που έχει αποφασίσει το Ε' Τμήμα του ΣτΕ, το "περιβαλλοντικό") το ΣτΕ να έχει, ως κανόνα, ότι οι εξειδικευμένες κρατικές υπηρεσίες μπορούν να κρίνουν καλύτερα από το ίδιο - μια τέτοια διαπίστωση, δηλαδή, είναι κατά βάσιν δουλειά της εκτελεστικής εξουσίας. Ακριβώς γι' αυτή τη δουλειά το κράτος απασχολεί και πληρώνει μηχανικούς, περιβαλλοντολόγους κ.λπ.

Ως αντίρρηση προβάλλετε μια πραγματικότητα: την εκτεταμένη διαφθορά της εκτελεστικής εξουσίας, εξ ου και η προτίμησή σας στην εξέλιξη που ακολουθήθηκε. Ενδεχομένως, εκ του αποτελέσματος, να έχετε στην περίπτωση αυτή δίκαιο, προσωπικά δεν έχω άποψη για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η περιοχή του Βοτανικού, ενδεχομένως να μπορεί, πράγματι, η προταθείσα ανάπλαση στην πραγματικότητα να φέρει επιβάρυνση. Ενδεχομένως οι τεχνικοί που γνωμοδότησαν θετικά να δέχθηκαν αθέμιτες πιέσεις ή και να δωροδοκήθηκαν, προκειμένου να συντάξουν μια έκθεση, από την οποία προκύπτει επωφελές αποτέλεσμα, ενώ η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Θεσμικά, όμως, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με την άποψή σας. Η γνώμη μου είναι ότι τις κρίσεις για το περιβάλλον πρέπει, κατά βάσιν, να τις κάνουν οι μηχανικοί και οι περιβαλλοντολόγοι και οι άλλοι επιστήμονες από εξειδικευμένους κλάδους και όχι οι νομικοί. Μόνον όταν μια παραβίαση είναι τόσο έντονη, ώστε να μπορούν να την αντιληφθούν και οι μη-εξειδικευμένοι, θα πρέπει να επεμβαίνει η δικαστική εξουσία, εξ ου και η έννοια του "γυμνού ματιού" που έγραψα. Το να θεωρεί ένας δικαστικός ότι ξέρει καλύτερα από τους ειδικούς τεχνικούς τι θα επιβαρύνει το περιβάλλον και τι όχι μάλλον χαρακτηρίζει, κατά την άποψή μου, αρνητικά το συγκεκριμένο δικαστικό - και, αν αυτό γίνεται κατά σύστημα, τότε ο δικαστικός μπαίνει στα χωράφια του μηχανικού (ο οποίος, σημειωτέον, δεν ενεργεί ατομικά, αλλά ως φορέας της εκτελεστικής εξουσίας του κράτους), κάπου εκεί έχουμε σύγχυση των λειτουργιών.

Από την αναφορά σας στις διαδικασίες αδειοδότησης θα έβγαζα το συμπέρασμα, δηλαδή, ότι επιθυμείτε το ΣτΕ να εξακολουθήσει να αναμειγνύεται ενεργότερα, επειδή η δικαστική εξουσία χαρακτηρίζεται από πολύ μικρότερη διαφθορά, σε σχέση με την εκτελεστική. Οι αντιρρήσεις μου σ' αυτό είναι δύο - η μία είναι θεσμική και η άλλη πραγματική.

Ως προς τη θεσμική, μπορούμε να καταλάβουμε ότι όλοι οι κρατικοί λειτουργοί είναι υποκείμενοι σε πιέσεις, θεμιτές ή αθέμιτες, και κάποιοι από αυτούς υποκύπτουν. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, εκ των προτέρων, ποια λειτουργία θα παρουσιάζει την περισσότερο εκτεταμένη διαφθορά. Αλλά κι έτσι να είναι, ακόμη, η ανάθεση επιμέρους αρμοδιοτήτων γίνεται στο πλαίσιο της συνολικής οργάνωσης του κράτους - και δεν μπορεί η εξειδίκευση να βαρύνει λιγότερο (σε θεσμικό πλαίσιο) από το (ενδεχόμενο) διαφθοράς. Εάν παρατηρείται διαφθορά στις δημόσιες υπηρεσίες, το αίτημα δεν είναι οι αρμοδιότητές τους να υφαρπάζονται από τα δικαστήρια (ξέρω ότι δεν εννοείτε αυτό, υπερβάλλω επίτηδες), αλλά η πάταξη της διαφθοράς καθ' εαυτήν. Εξ άλλου, δεν μπορείτε να προκαταβάλετε ότι δεν θα ενσκήψει διαφθορά και στο δικαστικό κλάδο.

Αυτό μου δίνει αφορμή να περάσω και στην επί του πραγματικού αντίρρησή μου. Ασφαλώς θυμόσαστε τι είχε γίνει με το περιβόητο "παραδικαστικό" κύκλωμα πριν από μερικά χρόνια. Ολόκληρο δίκτυο διαφθοράς, αρκετά εκτεταμένο (πιστέψτε με, ούτε η κορυφή του παγόβουνου δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμη). Άνθρωποι που είχαν πολύ καλές υπολήψεις αποδείχθηκαν απλά όργανα, επί μισθώ, ενός εκτεταμένου συστήματος χειραγώγησης της δικαιοσύνης. Δεν πιστεύω ότι κάτι τέτοιο ισχύει για το ΣτΕ - τα μέλη του έχουν πάρα πολύ καλή φήμη και ιδιαίτερο επαγγελματισμό και έχουν αποδείξει ότι πραγματικά αγαπούν και καμαρώνουν τη δουλειά τους (άλλωστε, πιστεύω ότι η de facto υπέρβαση, κατ' εμέ, των αρμοδιοτήτων τους γίνεται από αυξημένη αίσθηση του καθήκοντος, σε συνδυασμό με την υπερηφάνεια αυτή που νοιώθουν για τη δουλειά τους). Σκεφθείτε όμως: εάν κυκλοφορούσε μια φήμη ότι η απόφαση του ΣτΕ προκλήθηκε από πολιτικά κίνητρα (να βλαφθεί η κυβερνητική πλειοψηφία) ή από καθαρή δωροδοκία (έστω ότι ο κ. Κόκκαλης, για να παρεμποδίσει τον Παναθηναϊκό, δωροδόκησε τη σύνθεση, ώστε αυτή να αποφασίσει την αναστολή των εργασιών) - εκεί η φήμη του ΣτΕ θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένη, καθώς πραγματικά δεν θα του απεδίδετο σφάλμα στη νομική διατύπωση ή και το ουσιαστικό περιεχόμενο της νομικής του κρίσης, αλλά στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και καταστάσεων, στην οποία είχε εισέλθει ως μη ώφειλε.

Καταλαβαίνετε ότι το ζήτημα του ουσιαστικού διαχωρισμού των λειτουργιών, και ιδίως του ρόλου που πρέπει να παίζει η δικαστική εξουσία, είναι κάτι, για το οποίο έχω προσωπικά ιδιαίτερη ευαισθησία, γι' αυτό και σας έγραψα όλα αυτά τα κουραστικά. Ίσως να προέρχεται και από τη γενικότερη δυσπιστία μου έναντι των κρατικών θεσμών και της εξουσίας που θέλει ο κάθε κρατικός φορέας (εν ευρεία εννοία) να αποκτήσει και να επεκτείνει - κάτι που, σε επίπεδο ΣτΕ, εκφράζεται με την εκφορά τεχνοκρατικών, στην πραγματικότητα, κρίσεων, καθ' υποκατάσταση των αρμοδίων σχετικών οργάνων.

Ειδικά για το ζήτημα του περιβάλλοντος, υπάρχει διάχυτος ένας συντηρητισμός (το αναφέρω εντελώς ουδέτερα, χωρίς αρνητική χροιά), υπό την έννοια της καχυποψίας, ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο υφιστάμενο περιβάλλον πιθανότερο είναι να το επιβαρύνει, παρά να το βελτιώσει. Ο συντηρητισμός αυτός, νομίζω, ότι αποτυπώνεται και στη νομολογία του ΣτΕ. Προσωπικά δεν ξέρω εάν είναι δικαιολογημένος - οι ανησυχίες που προβάλλετε, ως προς τη συμμετοχή κρατικών υπηρεσιών στη λήψη αντίστοιχων αποφάσεων και τη διαφθορά των υπηρεσιών αυτών (η οποία, δυστυχώς, έχει αποδειχθεί στο παρελθόν με αρκετά παραδείγματα), είναι απολύτως λογικό να τον ενισχύουν. Ενδέχεται, όμως, να μας οδηγήσει και στην πλήρη αδράνεια και την απόρριψη πρωτοβουλιών που μπορούν πραγματικά να οδηγήσουν σε αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών. Αλλά ο "καημός" μου μ' αυτήν την ανάρτηση δεν ήταν το περιβάλλον, αλλά η διάκριση των λειτουργιών - τα του περιβάλλοντος ας τα συζητήσουμε αναλυτικά με άλλη ευκαιρία.

* όλως εξαιρετικώς μπορεί να ακυρωθεί ευθέως μια διάταξη τυπικού νόμου (ήτοι νόμου που ψηφίζεται από τη Βουλή) ως αντισυνταγματική μόνον εάν ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας έχουν οδηγηθεί σε αντίθετες, μεταξύ τους, κρίσεις για τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης - τότε συγκαλείται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (όχι αυτό που δίκασε τον κ. Παπανδρέου, αλλά διαφορετικής μορφής) και κρίνει οριστικά για τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης νόμου - η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και, εάν η διάταξη έχει κριθεί αντισυνταγματική, αυτοδικαίως καταργείται.

Αόρατη Μελάνη said...

Πολύ ενδιαφέρουσα η αναλυτική απάντηση!

Παρατήρηση σχεδόν άνευ ουσίας:

Το είχα καταλάβει ότι η έκφραση "με γυμνό μάτι" ήταν δική σου, ωστόσο εσύ ο ίδιος επέλεξες να την βάλεις σε εισαγωγικά. Θα μου πεις βέβαια ότι το εκανες επειδή τη χρησιμοποίησες μεταφορικά, ωστόσο πιστεύω ότι τα εισαγωγικά υποδηλώνουν ακριβώς ότι δεν μπορούμε να λάβουμε την εν λόγω πρόταση κυριολεκτικά.

Πιο ουσιαστικά τώρα, δεν μπορώ παρά να δεχτώ ότι έχεις δίκιο, όταν λες ότι το ΣτΕ κάνει κατά κάποιον τρόπο υπέρβαση καθήκοντος από υπερβάλλοντα ζήλο. Και φυσικά δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος να λειτουργεί το σύστημα.

"Εάν παρατηρείται διαφθορά στις δημόσιες υπηρεσίες, το αίτημα δεν είναι οι αρμοδιότητές τους να υφαρπάζονται από τα δικαστήρια (ξέρω ότι δεν εννοείτε αυτό, υπερβάλλω επίτηδες), αλλά η πάταξη της διαφθοράς καθ' εαυτήν. Εξ άλλου, δεν μπορείτε να προκαταβάλετε ότι δεν θα ενσκήψει διαφθορά και στο δικαστικό κλάδο."

Συμφωνώ απόλυτα. Απλά, επειδή δεν έχει γίνει ακόμη αυτό, προτιμώ την "υφαρπαγή" αρμοδιοτήτων, με την - μπακάλικη ομολογουμένως - λογική "δύο κακών προκειμένων, ο μη χείρον, βέλτιστον".

"Καταλαβαίνετε ότι το ζήτημα του ουσιαστικού διαχωρισμού των λειτουργιών, και ιδίως του ρόλου που πρέπει να παίζει η δικαστική εξουσία, είναι κάτι, για το οποίο έχω προσωπικά ιδιαίτερη ευαισθησία, γι' αυτό και σας έγραψα όλα αυτά τα κουραστικά."

Ομολογώ πως όχι, δεν το καταλαβαίνω, δεν ήξερα ότι έχεις ιδιαίτερη ευαισθησία. Δεν ξέρω με τι ασχολείσαι (ίσως όφειλα να ξέρω, αλλά δεν το ξέρω, το προφίλ σου δεν λέει κάτι). Και φυσικά δεν είναι κουραστικά, αντιθέτως, πολύ διευκρινιστικά.

"Αλλά ο "καημός" μου μ' αυτήν την ανάρτηση δεν ήταν το περιβάλλον, αλλά η διάκριση των λειτουργιών"

Ναι το κατάλαβα, και έχω να πω ότι επί της ουσίας δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Το γεγονός ότι παρόλα αυτά προτιμώ προς το παρόν να κάνει "υπέρβαση καθήκοντος" το ΣτΕ είναι ένας δείκτης του σημείου στο οποίο η διαφθορά έχει καταστήσει αναξιόπιστες τις αποφάσεις των υπουργείων και δυστυχώς και της βουλής.

Αόρατη Μελάνη said...

Το "αγαπητός" το λέω κι εγώ κυριολεκτικά, αγαπητέ μου, σας έχω ιδιαίτερη αδυναμία (έτσι για να μην ξεχνάμε και τις φιλοφρονήσεις μας που είναι το άλας της ευλογόσφαιρας!)

Averell said...

@ αόρατη μελάνη

Πολύ ωραία η παρετυμολογία της blogόσφαιρας! Ευχαριστώ πολύ και για την απάντηση. Ίσως θ' άξιζε τον κόπο να κάνουμε κι έναν κατάλογο θεσμών, οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να είναι δεδομένοι, ωστόσο η "ελληνική πραγματικότητα" σχεδόν εξασφαλίζει την αποτυχία τους - λ.χ. η προφορική συνέντευξη στη διαδικασία του ΑΣΕΠ, η αξιολόγηση των Πανεπιστημίων, η δυνατότητα απόλυσης ενός δημοσίου υπαλλήλου που δεν κάνει καλά τη δουλειά του κ.λπ.

Τατιάνα Ραπακούλια said...

Η παρετυμολογία που λες δεν είναι δικής μου εμπνεύσεως, την πρωτοείδα σε αναφορές σε ιστολόγια θρησκευτικού περιεχομένου και την υιοθέτησα.

Για τον κατάλογο θα συμφωνήσω, μετά μπορούμε να τον τυπώσουμε και να τον στείλουμε και στον πρόεδρο της δημοκρατίας για να σκουπίζει τον ιδρώτα στους εφιάλτες του.