Showing posts with label Ντόρα Μπακογιάννη. Show all posts
Showing posts with label Ντόρα Μπακογιάννη. Show all posts

Sunday, March 25, 2012

Η συνεργασία των φιλελεύθερων δυνάμεων (εντός και εκτός εισαγωγικών)

Πιέζεται η Δράση να συνεργασθεί με τη Δημοκρατική Συμμαχία της κας. Μπακογιάννη. Η πίεση είναι πολύ έντονη και συνοδεύεται από την κατηγορία ότι, σε περίπτωση που η συνεργασία αυτή δεν ευδοκιμήσει (και συγκεντρώσουν και τα δύο κόμματα αθροιστικά περισσότερο από 3%, αλλά μεμονωμένα λιγότερο από 3% έκαστο, αποκλείοντας την είσοδό τους στο Κοινοβούλιο), η Δράση και προσωπικά ο κος. Στέφανος Μάνος θα είναι υπεύθυνος για τη διάσπαση και τη μη-εκπροσώπηση στη Βουλή του φιλελεύθερου χώρου. Επίσης, υπονοείται ότι με τη χωριστή κάθοδο αποδυναμώνονται τα κίνητρα για ψήφο σε οποιονδήποτε από τους δύο σχηματισμούς (ειδικά στην περίπτωση της Δράσης, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι αυτή θα κατεβεί σε εκλογικό συνασπισμό με τη Φιλελεύθερη Συμμαχία) και ότι ο φιλελεύθερος χώρος παρουσιάζεται έρμαιο γων προσωπικών φιλοδοξιών των επικεφαλής των δύο κομμάτων. Τέλος, εκ των προτέρων θεωρείται ότι στις συζητήσεις αυτές τον πρώτο λόγο πρέπει να έχει το κόμμα της κας. Μπακογιάννη, το οποίο υπερέχει σε δημοσκοπικά ποσοστά, αλλά και σε οργάνωση και χρήματα.

Η συζήτηση για κοινή κάθοδο δύο πολιτικών σχηματισμών θα μπορούσε να είναι πολύ πιο αποδοτική, εάν δεν γινόταν με κατηγορίες και υπονοούμενα. Θα μπορούσαν να προβληθούν ισχυρά επιχειρήματα, τα οποία θα οδηγούσαν μία συνεργασία σε μία έκρηξη δημιουργικότητας, σε μία προσπάθεια ευγενούς άμιλλας σε φαντασία και πρακτικότητα, σε παρουσίαση προγραμματικού λόγου αλλά και σαφή τοποθέτηση στα περισσότερα από τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα τον τόπο. Θα οδηγούσε σε μία τολμηρή υπεράσπιση βασικών πολιτικών επιλογών, όπως της παραμονής στην ευρωπαϊκή οικογένεια και της δραστικής μείωσης του κράτους. Κυρίως, όμως, θα έπρεπε να οδηγήσει στην ειλικρινή παραδοχή των προβλημάτων που παρουσιάζει μια τέτοια συνεργασία, τις αντιφάσεις της, τις δυσκολίες της, από τις οποίες σημαντικότερη θα ήταν η δυσπιστία που θα επεδείκνυε απέναντι σε ένα τέτοιο εγχείρημα ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος, δυνάμει ψηφοφόροι του, οι οποίοι όμως προσδοκούσαν κυρίως την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού και την αποκοπή του από πελατειακές πρακτικές του παρελθόντος.

Δυστυχώς η συζήτηση αυτή δεν έγινε ποτέ στην ουσία της, κυρίως γιατί ήταν πολύ δύσκολο να παραδεχθούμε πόσο μεγάλες θα ήσαν οι αντιφάσεις ανάμεσα στο χαρακτήρα των πολιτικών σχηματισμών και στο μήνυμα που θα ήθελαν να περάσουν. Η συζήτηση έγινε κυρίως με αριθμητικούς υπολογισμούς για τα πιθανά ποσοστά που ο κάθε σχηματισμός αναμένεται να λάβει, εάν κατέλθει χωριστά στις εκλογές. Έγινε με δεδομένο ότι πιθανή σύμπραξή τους θα ένωνε τους δυνητικούς ψηφοφόρους τους, μία εντελώς αυθαίρετη υπόθεση, η οποία όμως αποτελεί τη βάση της "κατηγορίας" περί υπονόμευσης της κοινής προσπάθειας. Έγινε με παράβλεψη της δυσμενούς εικόνας που θα μπορούσε να δημιουργηθεί από μία σύμπραξη, που πολλοί θα κατηγορούσαν ως ευκαιριακή. Για το λόγο αυτό η σχετική δημόσια συζήτηση, τουλάχιστον, δεν είχε ποτέ επαρκές βάθος. Για το επίπεδο, στο οποίο διεξήχθη η κατ' ιδίαν συζήτηση και οι προσπάθειες για ζημώσεις, μόνο οι ίδιοι είναι σε θέση να απαντήσουν.

Το χειρότερο που μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή δεν είναι να κατεβούν οι δύο σχηματισμοί χωριστά. Είναι η μοιρολατρική αποδοχή ότι κανένας από τους δύο δεν έχει τη δυναμική να σπάσει το φράγμα του 3%, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία, ιδίως εάν περισσέψουν προεκλογικά οι αλληλοκατηγορίες για τη μη-σύμπραξη (παρ' ότι σε προσωπικό επίπεδο οι σχέσεις μεταξύ των περισσοτέρων στελεχών των δύο σχηματισμών είναι άριστες). Ας πάρουμε απόφαση ότι τα κόμματα του αποκαλουμένου ή αυτοαποκαλουμένου φιλελεύθερου χώρου (το υπονοούμενο στον τίτλο της ανάρτησης έχει πολλαπλές αναγνώσεις, αλλά οπωσδήποτε η σκοπούμενη δεν είναι η αμφισβήτηση του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού) έχουν αποφασίσει να κατεβούν χωριστά. Η άμιλλα για την παραγωγή καλύτερου πολιτικού λόγου ας δοθεί έστω κι έτσι, είναι ο μόνος τρόπος για να βρεθούν όλοι κερδισμένοι. Ας ζητήσει ο καθένας την ψήφο του εκλογικού σώματος στη βάση του προγράμματός του και της προσωπικότητας των υποψηφίων του. Αν το πιστέψουμε, πραγματικά, μπορούμε να δουλέψουμε, για να μπούνε και οι δύο σχηματισμοί στη Βουλή.

Tuesday, February 28, 2012

Η ιστορία με το εκατομμύριο

Δεν πρέπει να μας εκπλήττει η λαϊκιστική έκρηξη σχετικά με την υποτιθέμενη φυγή ενός εκατομμυρίου στο εξωτερικό από βουλευτή. Τώρα, μάλιστα, που αποκαλύφθηκε ότι τόσος λόγος έγινε για μία συναλλαγή του συζύγου της κας. Μπακογιάννη, στην οποία το πέρασμα των χρημάτων από την Ελλάδα ήταν μόνο τυπικό (επρόκειτο, όπως φαίνεται και δεν έχει αμφισβητηθεί, για εξαργύρωση μετοχών με σκοπό την κάλυψη δαπάνης αγοράς πλοίου για εμπορικές δραστηριότητες), το λαϊκιστικό κύμα μάλλον θα θεριέψει, παρά θα καταλαγιάσει.

Η διαφορά είναι ότι αρχίζει να φαίνεται ποιο είναι το πραγματικό συναίσθημα που εγείρεται - δεν είναι η αγανάκτηση, ότι κάποιος ζημίωσε την πατρίδα εξάγοντας κεφάλαια (άλλωστε, οι περισσότεροι πολιτικοί έχουν ζημιώσει πραγματικά και πολύ περισσότερο την πατρίδα, αλλά περί αυτών ουδεμία δημοσιογραφική έρευνα έχει ξεκινήσει), αλλά ο φθόνος: ότι κάποιος έχει χρήματα, τα οποία προστατεύει κιόλας. Και ο φθόνος μας έχει οδηγήσει και σε μία απλούστευση, την οποία αυτάρεσκα επαναλαμβάνουμε: για να έχει πλουτίσει κάποιος, και μάλιστα τόσο πολύ, όσο ο κος. Κούβελος, οπωσδήποτε δεν θα ήταν τίμιος. Τι κι αν ο κος. Κούβελος δραστηριοποιείται στη ναυτιλία για πάνω από τρεις δεκαετίες, τα λεφτά του θα τα έβγαλε από τα οικόπεδα στη Μαγνησία (όπου θα γινόταν μεσογειακοί αγώνες) ή θα του τα έδωσε (ή στη σύζυγό του) η Siemens (επειδή αγαπά πολύ τον πεθερό του κο. Μητσοτάκη, που πήγε να της στερήσει το 1993 νέες απ' ευθείας αναθέσεις, από κοινού με την Intracom, στον ΟΤΕ). Δεν μπορεί, αφού έβγαλε αυτός χρήματα και δεν βγάλαμε εμείς (που είμαστε πιο έξυπνοι, πιο όμορφοι, πιο τίμιοι κ.λπ.) σίγουρα κάτι επιλήψιμο θα έπραξε.

Φθόνος, λοιπόν, που είναι φυσικό να υποδαυλίζεται ευκολότερα σε μία δύσκολη οικονομική συγκυρία. Και οι κύριοι εκφραστές του είναι αυτοί που βλέπουν ότι μπορεί να χάσουν τα προνόμια που είχαν μέχρι τώρα, οι εκφραστές της θεωρίας του άκοπου πλουτισμού. Το πολιτικό κατεστημένο, που προσπαθεί να διατηρήσει τα τελευταία του ερείσματα.