Tuesday, January 1, 2013

«Όλοι είναι ίδιοι» - ο μηδενιστικός εξισωτισμός και ποιους εξυπηρετεί

Τι θα μπορούσε κανείς να ευχηθεί για τον ελληνικό λαό το 2013; Να απομακρυνθεί λίγο παραπάνω από τις εύκολες, τις επιφανειακές αναλύσεις (χωρίς να μεταπίπτει στη συνωμοσιολογία) και να αρχίσει να αξιολογεί με λίγο μεγαλύτερη ακρίβεια και επιμονή τους πολιτικούς του. Κυρίως να απαλλαγεί από τη συνήθεια της εύκολης γενίκευσης (μια παράλληλη έκφανση της οποίας είναι ο ρατσισμός). Όταν γενικεύεται στο λαό η αίσθηση του «όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι», τότε αναπόφευκτα στρέφεται σε λύσεις όχι εκτός του πολιτικού κατεστημένου, αλλά εκτός του πολιτικού και δημοκρατικού συστήματος.

Δεν είναι συγκυριακή, σε ένα τέτοιο κλίμα, η άνοδος κομμάτων, όπως η Χρυσή Αυγή, που αναρωτιούνται φωναχτά εάν η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα, ή του ΣΥΡΙΖΑ, που προτάσσει την "ανυπακοή" (στη συνταγματική νομιμότητα) ως ένα από τα τρία βασικά συνθήματα που προέκυψαν από την πρόσφατη οργανωτική διάσκεψη του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας. Δεν είναι τόσο ο συνολικός, όσο ο αδιάκριτος χαρακτήρας της απαξίωσης όλων των θεσμών.

Γιατί πραγματικά, αν ψάξουμε, δεν θα βρούμε καλές και καλούς, ακόμη και διαμάντια ανάμεσα σ' αυτά που θεωρούμε κοπριά; Για να ξεκινήσουμε από μια τυπική περίπτωση συνολικής απαξίωσης, το σώμα των δημοσίων υπαλλήλων: όλοι μας δεν έχουμε δει υπαλλήλους σε διάφορες υπηρεσίες που με συγκινητικό φιλότιμο προσπαθούν για την εξυπηρέτησή μας και για τη θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος; Αν ψάξουμε λίγο παραπάνω, δεν μπορούμε να διακρίνουμε και πολιτικούς, ακόμη και υπουργούς, που ξεχώρισαν με τις ενέργειές τους, που έδωσαν λύσεις με αποτέλεσμα μερικές φορές ακόμη και άμεσο και θετικό; Επίσης, η συνέπεια των διαφόρων πολιτικών ή η στάση τους απέναντι στα διάφορα ζητήματα που τους τέθηκαν δεν μπορούν να αξιολογηθούν, ώστε να προκύψει ποιοι είναι μόνιμοι λαϊκιστές, ερευνώντας κάθε φορά ποια τοποθέτηση θα τους κάνει προσωρινά δημοφιλείς, και ποιοι υποστήριξαν λύσεις που εν τέλει δικαιώθηκαν ή επεσήμαναν εγκαίρως προβλήματα, που στη συνέχεια ανεφάνησαν;

Διαφορετικά δύο είναι οι ομάδες που εξυπηρετούνται - η μία είναι όσοι ηθελημένα συγχέει το πολιτικό σύστημα, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με το πολιτικό κατεστημένο που έχει επιβληθεί στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτοί έχουν να προβάλουν για τους εαυτούς τους ότι μέχρι στιγμής δεν είχαν συμμετάσχει στη νομή της εξουσίας, άρα δεν βαρύνονται με πολλές από τις αμαρτίες των περασμένων κυβερνήσεων. Από την άλλη, ισχυρίζονται ότι ο λόγος που μέχρι στιγμής δεν είχαν αναδειχθεί ήταν το ίδιο το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (όπως αποδείχθηκε τα τελευταία χρόνια, αυτό το επιχείρημα προβάλλεται πλέον όλο και περισσότερο και από τη λεγομένη "κινηματική" αριστερά, αν και ο βασικός του φορέας είναι η άκρα δεξιά). Αρκούνται στη μηδενιστική κριτική του πολιτικού συστήματος και, για το λόγο αυτό, συνήθως δεν μπαίνουν στον κόπο να διατυπώσουν συγκεκριμένες προτάσεις και λύσεις για επιμέρους προβλήματα, αλλά αρκούνται στην προβολή κάποιας ουτοπίας που είναι ελκυστική για το ένα ή το άλλο τμήμα του εκλογικού σώματος.

Η άλλη ομάδα δεν είναι παρά το ίδιο το πολιτικό κατεστημένο. Η μηδενιστική εξίσωση όλων των πολιτικών προσώπων και δυνάμεων κατ' αρχάς εξαφανίζει τις ευθύνες ενός εκάστου εκ των μελών του κατεστημένου και τις διαχέει σε προβλήγματα λειτουργικότητας του πολιτικού συστήματος. Επίσης, εξισώνει (πραγματικές ή φαινομενικές) κακές πρακτικές ή μικρής σημασίας παραπτώματα με κατάφωρες παραβάσεις του νόμου, παράνομο ατομικό πλουτισμό, αλλά και λαϊκιστική κομματική ή συνδικαλιστική ή άλλη λεηλασία του δημοσίου ταμείου. Έτσι, μεγάλο μέρος του πολιτικού κατεστημένου παραμένει στην ουσιαστική και πολιτική ατιμωρησία.

Ακόμη χειρότερο, όμως, είναι κάτι άλλο, στο οποίο το πολιτικό κατεστημένο ποντάρει: ότι η συνολική απαξίωση καταλαμβάνει ακόμη και τις καινούργιες προσπάθειες που γίνονται για ανατροπή του πολιτικού κατεστημένου, μέσα στο πλαίσιο όμως του πολιτικού συστήματος. Όταν όλοι είναι ίδιοι, δεν υπάρχει λόγος να προσεχθεί κάποια καινούργια κίνηση, απορρίπτεται εκ των προτέρων, χωρίς καν να δοκιμασθεί. Και επειδή η ανατροπή του συστήματος είναι επίφοβη για την πλειοψηφία, επειδή παρά τη δημοσκοπική άνοδο των άκρων, η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας φαίνεται να παραμένει προσηλωμένη στη δημοκρατία, το πολιτικό κατεστημένο επιτυγχάνει να αναλάβει και εργολαβικά την προστασία του πολιτικού συστήματος (η συμμετοχή των ΜΜΕ στην ταύτιση συστήματος και κατεστημένου είναι μια πολύ συγγενής συζήτηση).

Έτσι, η ευχή για τις πολιτικές εξελίξεις είναι να ξεπερασθούν οι εύκολες και επιφανειακές αναγνώσεις. Δυνάμεις που μάχονται για το καλό της πατρίδας υπάρχουν και ευρίσκονται εντός του πολιτικού συστήματος. Μακάρι ν' αρχίσουν να αναγνωρίζονται περισσότερο.

Saturday, December 29, 2012

Γιατί πιθανολογώ ότι ο Γ. Παπακωνσταντίνου δεν έχει κάνει κάτι μεμπτό σε σχέση με τη "λίστα Λαγκάρντ" (αλλά μπορεί να κάνω λάθος)

Ξεκινώ ομολογώντας μια προκατάληψη. Ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου είναι ο υπουργός που παρέλαβε την οικονομία σε ένα απίστευτο χάλι, το Υπουργείο Οικονομικών σε κατάσταση να μην ξέρει καν τις υποχρεώσεις του, που χρεώθηκε τα μέτρα εκείνα που κράτησαν τη χώρα ζωντανή, ώστε σήμερα να είναι σε καλύτερη θέση από το 2009, που μείωσε πάνω από πέντε ποσοστιαίες μονάδες το έλλειμμα επί του ΑΕΠ σε ένα έτος και που αντιμετώπισε όλη την οργή των Ευρωπαίων όταν έπρεπε να τους πει ότι όλα όσα ήξεραν για την ελληνική οικονομία ήσαν παραποιημένες στατιστικές (τι ειρωνεία, αλήθεια, ο υπουργός που έπρεπε να αποκαλύψει τις παραποιήσεις στα στοιχεία που έστελνε η στατιστική μας υπηρεσία στην Ευρώπη να κατηγορείται για παραποίηση στοιχείων!).

Επίσης, ο κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου κατηγορήθηκε για την υποτιθέμενη αλλοίωση των στατιστικών στοιχείων του ελλείμματος: στην ουσία δεν κατηγορήθηκε επειδή είπε ψέματα, ότι χρωστάμε 6 αντί για 5, αλλά επειδή στο άθροισμα των ελλειμμάτων της γενικής κυβέρνησης περιέλαβε και πολλά από τα κρυφά χρέη του δημοσίου (λ.χ. τις ετήσιες επιδοτήσεις προς τον Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ, τα χρέη που προέκυπταν από τις εγγυήσεις υπέρ διαφόρων ΔΕΚΟ, τα χρέη των ΟΤΑ κ.λπ.). Η κατηγορία αυτή, και ο τρόπος που παρουσιάσθηκε, στη δική μου αντίληψη ήταν καθαρή συκοφαντία και είχε σκοπό να πληγεί προσωπικά. Αλλά και η ακόμη πιο πρόσφατη κατηγορία εις βάρος του, ότι ως Υπουργός Περιβάλλοντος επέδειξε μεροληψία εις βάρος της Ανταποδοτικής Ανακύκλωσης Α.Ε., ενός εκ των δύο συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης συσκευασιών, όταν πληροφορήθηκα ότι η άδεια του συστήματος αυτού έχει ανακληθεί και διερευνώνται διάφορα σε σχέση με τις δραστηριότητές του - σαν μια ακόμη παραπλανητική κατηγορία μου φάνηκε.

Έχει στοχοποιηθεί, λοιπόν, ο κ. Παπακωνσταντίνου. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι η κάθε κατηγορία εις βάρος του πρέπει να απορριφθεί ως εκ των προτέρων αβάσιμη. Αλλά αυτή η ιστορία με την αλλοίωση της λίστας Λαγκάρντ παρουσιάζει πολλά κενά.

Το βασικό κενό είναι το κίνητρο. Η λίστα Λαγκάρντ περιέχει ονόματα καταθετών μιας τράπεζας στην Ελβετία προ πολλών ετών, οπωσδήποτε πολύ πριν ο κ. Παπακωνσταντίνου αναλάβει υπουργικά καθήκοντα. Η συμπερίληψη ενός ονόματος σ' αυτήν δεν είναι από μόνη της μεμπτή, καθ' όσον απλώς σηματοδοτεί ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε καταθέσει χρήματα σε λογαριασμό στη συγκεκριμένη τράπεζα τότε. Πιθανότατα τα χρήματα αυτά να είναι απολύτως νόμιμα.

Το ρεπορτάζ, λοιπόν, αναφέρει ότι διαπιστώθηκε από τους εισαγγελείς (Αρείου Πάγου και οικονομικούς εισαγγελείς, οι ίδιοι που έχουν ήδη στείλει την απίθανη ιστορία για το φούσκωμα του ελλείμματος στη Βουλή) ότι στο φλασάκι που παραδόθηκε από τον κ. Βενιζέλο προς έρευνα (το ίδιο που είχε παραλάβει από την κα. Λαγκάρντ ο κ. Παπακωνσταντίνου και παρέδωσε στον κ. Διώτη) δεν περιελάμβανε τρία ή τέσσερα ονόματα, σε σχέση με το αντίγραφο που παρέλανε ο κ. Στουρνάρας από τη γαλλική κυβέρνηση πρόσφατα και παρέδωσε στους ίδιους εισαγγελείς. Τα ονόματα αυτά φέρονται να είναι συγγενείς του κου. Παπακωνσταντίνου. Σημειωτέον ότι δεν αναφέρεται από το ρεπορτάζ (τουλάχιστον) ότι υπάρχουν σημεία αλλοιώσεως του ενός εκ των δύο αρχείων, απλώς ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο ένα και στο άλλο. Πιθανολογείται, όμως, από το ρεπορτάζ ότι ο κ. Παπακωνσταντίνου επενέβη σ' αυτό που είχε παραλάβει από την κα. Λαγκάρντ και έσβησε κάποια ονόματα.

Για ποιο λόγο να το έκανε αυτό ο κ. Παπακωνσταντίνου; Ποιος θα ωφελείτο; Cui bono; Για να ωφεληθεί ο ίδιος από την παράλειψη των στοιχείων θα έπρεπε σωρευτικά να συντρέχουν τα εξής προϋποθέσεις:

Η λίστα να περιελάμβανε πλουτισμό που σχετίζεται με τον ίδιο.
Ο πλουτισμός αυτός να είχε αποκτηθεί παράνομα (σε περίοδο, μάλιστα, κατά την οποία δεν είχε τόσο ενεργό ανάμειξη με την πολιτική).
Ο ίδιος να μην μπορεί να δικαιολογήσει (έστω και ψευδώς) τις καταθέσεις αυτές με άλλον τρόπο.

Ή, εναλλακτικά:
Η λίστα να περιελάμβανε πλουτισμό που σχετίζεται με συγγενικό του πρόσωπο.
Ο πλουτισμός αυτός να είχε αποκτηθεί παράνομα.
Ο ίδιος ή το συγγενικό του πρόσωπο να μην μπορεί να δικαιολογήσει (έστω και ψευδώς) τις καταθέσεις αυτές με άλλον τρόπο.
Να αγαπά τόσο πολύ το πρόσωπο αυτό, ώστε να είναι διατεθειμένος να ρισκάρει την προσωπική του ελευθερία, για να το προστατεύσει.

Έχει αναρωτηθεί κάποιος πόσο πιθανό είναι να συντρέχουν όλες αυτές οι προϋποθέσεις μαζί;

Και, ύστερα, πρέπει να ειπωθούν και κάποια πράγματα για τις κινήσεις του ως προς το περίφημο φλασάκι.

Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι το παρέδωσε με εμπιστευτικό πρωτόκολλο στο ΣΔΟΕ, χωρίς να πληροφορηθεί το περιεχόμενό του και δεν κράτησε αντίγραφο, πράγματα για τα οποία επικρίθηκεΌτι το παρέδωσε στο ΣΔΟΕ και ότι δεν κράτησε αντίγραφο δεν φαίνεται να αμφισβητούνται. Αλλά ας υποθέσουμε ότι είχε κρατήσει αντίγραφο. Αυτό δεν θα ήταν όπλο για εκβιασμούς, πολιτικούς και άλλους; Δεν θα ήταν ανήθικο αυτός, μόνος, να κατέχει ως εκ της πολιτικής του ιδιότητας (και όχι της υπηρεσιακής) στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κατά τρόπο μη χρηστό;

Αν μπορεί να του αποδοθεί κάποιο σφάλμα στους χειρισμούς, είναι ότι δεν μερίμνησε στη συνέχεια να επιβεβαιώσει την αξιοποίηση (ή την αδυναμία αξιοποίησης) της λίστας από τους υπηρεσιακούς.

Και μετά τον κ. Παπακωνσταντίνου τη λίστα παρέλαβε ο μέγας καταγγέλλων, ο κ. Βενιζέλος. Τι την έκανε; Την είχε στο συρτάρι του. Ο ίδιος. Χωρίς καμμία διασφάλιση της ακεραιότητάς της. Χωρίς καμμία διασφάλιση ότι ο ίδιος δεν θα την χρησιμοποιούσε για δόλιους σκοπούς. Κι όμως, από τους δύο διατελέσαντες υπουργούς οικονομικών, ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι αυτός που επικρίθηκε για τους χειρισμούς.

Φυσικά και δεν μπορώ να ξέρω τι συνέβη- φυσικά και οι μέχρι στιγμής πληροφορίες προέρχονται από το ρεπορτάζ που στηρίζεται σε φήμες και διαρροές. Και φυσικά και θα πρέπει να περιμένουμε να προχωρήσει η όποια συντεταγμένη διαδικασία. Αυτό που με στενοχωρεί, αυτό που θέλω να αποφύγω, είναι η τάση να κατασπαραχθεί ένας άνθρωπος, να κηλιδωθεί η φήμη του πρόωρα και πιθανώς αδικαιολόγητα, ειδικά όταν τα μέχρι στιγμής διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι δεν έχει κάνει κάτι μεμπτό.

Τις προκαταλήψεις μου τις ομολόγησα. Η αλήθεια μπορεί να είναι αυτή που περιφέρεται στα ρεπορτάζ (κι ας μην έχω πεισθεί). Αλλά ας επιδείξουμε λίγη αυτοσυγκράτηση, ειδικά οι διαπρύσιοι κήρυκες της ηθικής που προέρχονται από αποδεδειγμένα βρώμικα μέρη του πολιτικού/ κομματικού/ μιντιακού συστήματος. Και δεν είναι θεωρία συνωμοσίας να συμπεριλάβουμε στους συλλογισμούς μας και το ποιοι θα ευνοηθούν εάν αποκλειστικά υπεύθυνος για τους κακούς χειρισμούς της λίστας Λαγκάρντ δειχθεί ο κ. Παπακωνσταντίνου.

Sunday, October 28, 2012

Επετειακό

Γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου - την γιορτάζουμε σαν επέτειο νίκης. Είναι η τελευταία πολεμική αναμέτρηση, στην οποία η χώρα μας κέρδισε. Έτσι θέλουμε να λέμε.

Η αλήθεια δεν είναι όμως αυτή. Την 28η Οκτωβρίου 1941 η χώρα ήδη βρισκόταν υπό κατοχή. Μία από τις κατοχικές δυνάμεις ήταν η Ιταλία, την οποία υποτίθεται ότι είχαμε αντιμετωπίσει επιτυχώς. Το τελικό ισοζύγιο του πολέμου του 1940-41 για τη χώρα μας ήταν αρνητικό. Παλικάρια χάθηκαν ή έμειναν ανάπηρα, οικογένειες έμειναν ορφανές, χωρίς προστάτες, μέσα στη φτώχεια. Όνειρα έσβησαν στις πλαγιές της Πίνδου, αγάπες χάθηκαν, τις ρήμαξε ο πόλεμος. Με ποιο αποτέλεσμα; Την ντροπιαστική αποχώρηση της στρατιάς της Ηπείρου, που επέστρεψε ασύντακτη μόλις κατέρρευσε το μέτωπο της Μακεδονίας, στρατιώτες χωρίς καμμία καθοδήγηση, από νικητές επέστρεψαν ταπεινωμένοι στα σπίτια τους. Οι οικογένειές τους δεν τους υποδέχθηκαν εν θριάμβω, δεν παρήλασαν ως νικητές μπροστά στους συμπατριώτες τους, δεν γεύθηκαν τις τιμές του νικητή. Αυτά τα παλικάρια επέστρεψαν με το κεφάλι σκυμμένο σε μια πατρίδα που ώριζε πλέον ο κατακτητής. Και σε μια κατοχή που ρήμαξε την ύπαιθρο, που έπνιξε τις πόλεις στην πείνα.

Μας αρέσει τη συμπεριφορά αυτή να την θεωρούμε ηρωική. Να επαινούμε την ηγεσία, ακόμη και το δικτάτορα Μεταξά, που είπε "όχι", που δέχθηκε τον πόλεμο, αντί να παραχωρήσει κάποια οχυρά στους Ιταλούς - ένα "όχι" που ήταν βέβαιον ότι θα συμπαρασύρει και τη Γερμανία στον πόλεμο, που θα οδηγούσε σε σίγουρη, σχεδόν, ήττα, όπως επιβεβαιώθηκε και από τα πράγματα. Ήταν ανεύθυνο το όχι; Είχε το δικαίωμα ένας δικτάτορας να καταδικάσει το λαό του σ' αυτή τη μοίρα; Και ήσαν οι ένδοξοι αυτοί μήνες του φθινοπώρου, του χειμώνα και της άνοιξης του 1940-41 μια χίμαιρα; Μια απάτη, μια θυσία που δεν είχε αντίκρισμα; Και με τι μούτρα θα αντίκριζε οποιοσδήποτε τους φαντάρους που, χωρίς να χάσουν μια μάχη, επέστρεφαν ταπεινωμένοι στις οικογένειές τους με σκοπό να κάνουν ό,τι μπορούσαν για τη στοιχειώδη, πλέον, επιβίωσή τους;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει δοθεί από την ίδια την ιστορία: δεν ήταν ο δικτάτορας που κινήθηκε ενάντια στη θέληση του λαού λέγοντας το "όχι" - ήταν από τις στιγμές, κατά τις οποίες η ηγεσία του τόπου, παρ' όλο που είχε επιβληθεί χωρίς τη συναίνεση του λαού, συνέπεσε στην απόφασή της με τη λαϊκή βούληση. Και συνέπεσε, επειδή καμμία προπαγάνδα, κανένας μηχανισμός παραπλάνησης ή ψέμματος δεν είχε εμφυτεύσει στους φαντάρους που έφευγαν και στις οικογένειές τους που τους στήριζαν τον ενθουσιασμό τους για τον αγώνα υπέρ της πατρίδας τους, την αγάπη για τις οικογένειές τους που δεν περιοριζόταν στη διασφάλιση της διαβίωσής τους, αλλά στην αξιοπρέπειά τους, την ελευθερία τους, την τιμή τους. Δεν είναι μόνο οι εικόνες των χαμογελαστών φαντάρων που φεύγουν για το μέτωπο, είναι και οι αφηγήσεις αυτών που επέζησαν, που ήλθαν δυο και τρεις γενιές μετά σ' εμάς που το επιβεβαιώνουν.

Η ηθική αξία ενός αγώνα κρίνεται από το διακύβευμά του και από τη δυσχέρεια των συνθηκών, υπό τις οποίες ο αγώνας δίνεται. Δεν μπορεί κάποιος να επιλέγει να αγωνίζεται μόνο όταν η νίκη είναι εξασφαλισμένη. Η αξία του αγώνα ανεβαίνει όταν η ήττα είναι περισσότερο πιθανή από τη νίκη, όταν η θυσία είναι μεγαλύτερη από το υλικό όφελος. Ο ενθουσιασμός για τις νίκες στο μέτωπο της Ηπείρου δεν πρέπει να αποκρύπτουν την πραγματική ηθική αξία του αγώνα. Το πραγματικό νόημα της εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940 δεν είναι ότι μια μικρή χώρα κέρδισε μάχες απέναντι σε μια στρατιωτικά ισχυρότερη χώρα. Δεν είναι η κατάληψη του Πόγραδετς ή της Κορυτσάς (όσο κι αν έχουν τη σημασία τους - και αν είναι αποτέλεσμα εν πολλοίς του ηρωισμού των στρατιωτών). Είναι ότι, όταν ο Μεταξάς αρνήθηκε το ιταλικό τελεσίγραφο, μια ολόκληρη γενιά δέχθηκε, και το δέχθηκε με ενθουσιασμό και το εκδήλωσε με χαμόγελο, να θυσιάσει την ελπίδα της, τον ενθουσιασμό της, τα νιάτα της και, κυρίως, το μέλλον της, με τη νίκη σχεδόν απίθανη, επειδή ήθελε η πατρίδα της (η οικογένεια, οι φίλοι, ό,τι είχε κανείς όσιο και ιερό) να παραμείνει ελεύθερη ή, ακόμη κι αν η ήττα ερχόταν, τίμια και αξιοπρεπής.