Sunday, January 4, 2015
Η εθνική ανεξαρτησία και η κυριαρχία που χάθηκε
Friday, November 21, 2014
Οι αντικειμενικές, οι πλούσιοι κι ένας παλιός υπέρμαχος της νομιμότητας που την απαρνείται
Wednesday, February 2, 2011
Mια πιο ψύχραιμη αποτίμηση της υπ' αριθμόν 350/2011 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας
Σε σχέση με την κτήση της ιθαγένειας από αλλοδαπούς, το ΣτΕ αναφέρει όλες τις διατάξεις του Συντάγματος, στις οποίες ορίζεται ότι οι κρατικές λειτουργίες δρουν υπέρ του Έθνους - με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ωστόσο, σε καμμία από τις διατάξεις αυτές δεν θα βρει ο πλέον προσεκτικός αναγνώστης κάποιον ορισμό του έθνους με βάση τα στοιχεία (καταγωγή - "ουσιαστικός πραγματικός δεσμός") που δέχεται ως απαραίτητα το Δικαστήριο. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που δεν διευκρινιζει ποιος θα μπορούσε να είναι ο ουσιαστικός, πραγματικός δεσμός που, κατά την απόφαση, θα ικανοποιούσε το κριτήριο για πολιτογράφηση ακόμη και σε "αλλογενείς" (η λέξη είναι για πολύ περισσότερα εισαγωγικά).
Μας λέει το Δικαστήριο: δείτε σε πόσες διατάξεις του Συντάγματος γίνεται λόγος για το έθνος. Άρα, πρέπει να το διαφυλάξουμε. Ας πούμε (γιατί αυτό σηκώνει πολλή συζήτηση, υπάρχει άλμα ανάμεσα στις τέσσερις-πέντε αναφορές στο έθνος στο συνταγματικό κείμενο και στο συμπέρασμα ότι η "διαφύλαξή" του κατά συγκεκριμένο τρόπο αποτελεί συνταγματική επιταγή) ότι αυτό ισχύει. Από εκεί και πέρα, όμως, ο ορισμός του έθνους και ο τρόπος, με τον οποίο το ΣτΕ προσδιορίζει τους συνεκτικούς του δεσμούς, είναι εντελώς ex auctoritate. Δεν παρέχει κανένα επιχείρημα που να πηγάζει από το Σύνταγμα (ως θα ώφειλε, εάν ήταν να κρίνει τη διάταξη αντισυνταγματική) για τη δική του αντίληψη για το έθνος. Εντελώς αυθαίρετα, μάλιστα, κρίνει (χωρίς, δηλαδή, καμμία συνταγματική επεξήγηση) ότι η διαδικασία που επέλεξε ο (αρμόδιος) νομοθέτης για τη διαπίστωση της ύπαρξης δεσμών που δικαιολογούν την πολιτογράφηση είναι "τυπική" και όχι "ουσιαστική". Η μέθεξη στην ελληνική παιδεία, λ.χ., απορρίπτεται ως μια άνευ σημασίας τυπική προϋπόθεση. Το ΣτΕ θα ήθελε κάποιας μορφής εξετάσεις, προφανώς, για να διαπιστώσει εάν υπάρχει "ουσιαστικός δεσμός" - και αυτό θα ήταν πολύ καλό και επαινετό, εάν προέκυπτε από το Σύνταγμα κάτι τέτοιο. Αφ' ης στιγμής, όμως, δεν προκύπτει ούτε από τις διατάξεις που μνημονεύει το ΣτΕ, ούτε από άλλες συνταγματικές διατάξεις η προϋπόθεση που θέτει η απόφαση, η υποκατάσταση από στο ΣτΕ της κρίσεως του κοινού νομοθέτη, ως προς τα κριτήρια για την απόδοση της ιθαγένειας, δεν είναι τίποτε λιγότερο από υφαρπαγή εξουσίας.
(δείτε τι λέει η μειοψηφία: "... ένας Σύμβουλος υποστήριξε την άποψη ότι οι προϋποθέσεις για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας, οι οποίες εισάγονται στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας με τον ν. 3838/2010, υποδηλώνουν την εκτίμηση του νομοθέτη ότι οι αλλοδαποί, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, έχουν ένα νομικό και πραγματικό δεσμό με το Ελληνικό Κράτος επαρκή για να δικαιολογήσει την χορήγηση σε αυτούς της ελληνικής ιθαγένειας, η εκτίμηση δε αυτή δεν υπερβαίνει τα παραπάνω συνταγματικά όρια" - αναγνωρίζοντας, στην ουσία, στο νομοθέτη την πραγματική του λειτουργία)
Κάπως πιο λογικό θα ήταν να θεωρηθεί ότι δεν μπορούν να ψηφίζουν οι αλλοδαποί στις τοπικές εκλογές - διότι, πράγματι, το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι εντάσσεται στον πυρήνα της ιδιότητας του πολίτη, της ιθαγένειας. Ωστόσο, το άρθρο 102 του Συντάγματος, το οποίο επικαλείται το Δικαστήριο, κάνει σαφή αναφορά ανάμεσα στις τοπικές υποθέσεις και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στο Κράτος. Στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ανατίθεται η "διοίκηση των τοπικών υποθέσεων". Ο συνταγματικός νομοθέτης, δηλαδή, θέλησε να διαχωρίσει την πολιτική εξουσία από την τοπική αυτοδιοίκηση και αυτό είναι σαφές σε ολόκληρο το κείμενο του άρθρου 102. Η κρίση του ΣτΕ ότι και οι τοπικές εκλογές είναι, κατ' ουσίαν, πολιτικές, και διότι "η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της χώρας γενικώς", είναι μια αμπελοφιλοσοφία, η οποία αντιβαίνει την πρόθεση και το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη - είναι εντελώς αντίθετη με το διαχωρισμό που κάνει το άρθρο 102 του Συντάγματος, ανάμεσα στις τοπικές και τις κεντρικές υποθέσεις. Δηλαδή το Συμβούλιο της Επικρατείας επικαλείται ένα άρθρο του Συντάγματος, το ερμηνεύει εντελώς αυθαίρετα και "μπακάλικα" (εκτός κι εάν στην πλήρη απόφαση υπάρχει κάτι άλλο), καταπώς φαίνεται για να παράσχει προσχηματική νομική κάλυψη σε ένα αποτέλεσμα που είναι σύμφωνο με τις ιδεολογικές επιλογές της συνθέσεως.
Τι να πει κανείς; Άραγε η Ολομέλεια θα κάνει την ανατροπή;
Ψήφος και πολιτογράφηση των μεταναστών
Συνήθως τα δικαστικά ρεπορτάζ είναι αναξιόπιστα, όταν αναμεταδίδουν τα σκεπτικά αποφάσεων, ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ). Έτσι, τα παρακάτω γράφονται με επιφύλαξη (πηγές: τα σχετικά άρθρα της Καθημερινής και της Ελευθεροτυπίας). Για να συνεννοούμαστε καλύτερα, το κείμενο του Συντάγματος μπορείτε να το κατεβάσετε και να το διαβάσετε από εδώ.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, οι διατάξεις του νόμου που, αφ' ενός, επιτρέπει στους μετανάστες να συμμετέχουν στις τοπικές εκλογές και, αφ' ετέρου, προβλέπει διαδικασία κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, αντίκειται σε ένα εντυπωσιακά μεγάλο πλήθος άρθρων του Συντάγματος - και, από καθαρά επαγγελματικό βίτσιο, είπα να δω ποια είναι αυτά τα φοβερά και τρομερά άρθρα που παραβιάζονται (και πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο κατάφωρη η παραβίασή τους!).
Λέει, λοιπόν, το ΣτΕ ότι η δυνατότητα ψήφου των μεταναστών στις εκλογές αντίκειται στα άρθρα 1, 52 και 102 του Συντάγματος. Το άρθρο 1 ορίζει ως θεμέλιο του πολιτεύματος τη λαϊκή κυριαρχία, το άρθρο 52 ορίζει ότι οι (βουλευτικές) εκλογές είναι έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, ενώ το άρθρο 102 (χωρίς να αναφέρεται στη λαϊκή κυριαρχία) αναφέρεται στην αυτοδιοίκηση. Κρίνουν ότι λαϊκή κυριαρχία ασκείται μόνο από τους Έλληνες πολίτες και ότι απαγορεύεται η άσκηση των συναφών δικαιωμάτων από αλλοδαπούς. Προσθέτουν, μάλιστα, ότι η ψήφος στις τοπικές εκλογές έχει να κάνει με άσκηση λαϊκής κυριαρχίας, μολονότι η αυτοδιοίκηση έχει στενά τοπικό περιεχόμενο, διότι, λέει, οι εκλογές για την ανάδειξη αιρετών οργάνων των ΟΤΑ έχουν «καθαρά πολιτικό χαρακτήρα εν όψει των αρμοδιοτήτων που ασκούν οι οργανισμοί αυτοί, αλλά και διότι η εκλογή αυτή ανάγεται στην πολιτική ζωή της χώρας γενικώς». Και, ας πούμε, ότι η αόριστη αυτή διατύπωση (που μπορεί να μην είναι ακριβής - από το ρεπορτάζ την διαβάζουμε) κάπως στέκει. Το ΣτΕ δεν είχε ποτέ αντιταχθεί στην ψήφο, στις τοπικές εκλογές, των πολιτών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (που έχουν το σχετικό δικαίωμα στις τρεις, αν θυμάμαι καλά, τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις). Δεν ξέρω ποια διάταξη του Συντάγματος εξομοιώνει τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους Έλληνες και ποια διακρίνει μεταξύ των αλλοδαπών αναλόγως του εάν προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή όχι.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η παράθεση άρθρων, τα οποία παραβιάζει η δυνατότητα πολιτογραφήσεως των μεταναστών: 1 (ορισμός πολιτεύματος), 4 (ισότητα), 21 (οικογένεια, δημογραφική πολιτική, στέγαση), 25 (προστασία δικαιωμάτων, περιορισμοί αυτών κ.λπ.), 108 (απόδημος Ελληνισμός). Λέει, μάλιστα, η απόφαση ότι ο νομοθέτης διαχρονικά, στο δίκαιο της ιθαγενείας, προτιμούσε τους δεσμούς αίματος (ius sanguinis) ως βασικό κριτήριο για την απόδοση της ιθαγένειας. Ωστόσο, ακόμη και το γεγονός ότι ο νομοθέτης επαναλάμβανε τις ίδιες ρυθμίσεις για πολλές δεκαετίες, δεν καθιστά τις ρυθμίσεις αυτές υπερνομοθετικές, μη δυνάμενες να ανατραπούν με νεώτερο νομοθέτημα. Το ενδιαφέρον είναι ότι το ΣτΕ ζητεί ως αυτονόητη προϋπόθεση της πολιτογραφήσεως, στη συνέχεια, όχι τους δεσμούς αίματος, αλλά την εκ μέρους [του αιτούντος την πολιτογράφηση] εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισμό και την εντεύθεν απόκτηση ελληνικής συνειδήσεως - δηλαδή τεκμαίρει ότι η ελληνική συνείδηση συνυπάρχει με όσους έχουν "ελληνικό" αίμα (γιατί, εάν αποδεικνυόταν ο δεσμός αίματος δεν φαίνεται να χρειαζόταν να προχωρήσει παραπέρα η έρευνα) και ότι γι' αυτούς δεν χρειάζεται κάτι περαιτέρω. Αν, δηλαδή, κριτήριο είναι η ελληνική συνείδηση, τότε όλοι οι πολίτες θα έπρεπε να δίνουν εξετάσεις ελληνοφροσύνης (με ποια κριτήρια δεν ξέρουμε, ίσως και με τα κριτήρια που έθεσε πρόσφατα ο κ. Αλαβάνος), ανεξαρτήτως του DNA που κουβαλούν. Αν, πάλι, το ζητούμενο είναι το DNA, δεν ξέρω εάν θα πρέπει κάπου να βρούμε δείγματα του Πλάτωνα και να τα συγκρίνουμε με τα δικά μας, για να ξεχωρίσει επιτέλους η ήρα από το στάρι. Εν πάση περιπτώσει, όμως, το βασικό δεν είναι η ιδέα που έχει το ΣτΕ για το ποιος πρέπει να είναι Έλληνας. Ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του. Το ζήτημα είναι ότι, χωρίς να υπάρχει σχετικός συνταγματικός περιορισμός στη νομοθετική λειτουργία, το ΣτΕ έρχεται και υποκαθιστά, για πολλοστή φορά, μια λειτουργία (τη νομοθετική) που δεν του έχει ανατεθεί από το Σύνταγμα (όσοι μπήκαν στον κόπο να το κατεβάσουν, ας διαβάσουν το άρθρο 26).
Friday, March 6, 2009
ΣτΕ - Βοτανικός: ήμουν κι εγώ εκεί
Να σας αναφέρω ότι ο κ. Αβραντίνης, εκτός από τα καθαρά τεχνικά θέματα, ανέπτυξε και επιχειρήματα, διά των οποίων αμφισβήτησε την αρμοδιότητα του ΣτΕ να κάνει ή να ελέγξει τις επιστημονικές εκείνες σταθμίσεις, βάσει των οποίων η Βουλή προχώρησε στην ψήφιση των συγκεκριμένων άρθρων. Επίσης, ανέπτυξε και ένα επιχείρημα, το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παγιωμένη νομολογιακή θέση του ΣτΕ από το 1990 μέχρι σήμερα: ότι κακώς το ΣτΕ, προκειμένου να διαπιστώσει εάν επέρχεται βλάβη του περιβάλλοντος από μια νομοθετική ρύθμιση, συγκρίνει τα αποτελέσματα της ρύθμισης αυτής με την προγενέστερη ρύθμιση (όπως είναι διατυπωμένη στο νόμο) και δεν λαμβάνει υπ' όψει του την πραγματική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί. Δηλαδή, το ΣτΕ, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρέπει να συγκρίνει το ν. 3481/2006 με το π.δ. της 20.9.1995, το οποίο ρύθμιζε το πολεοδομικό και χωροταξικό καθεστώς του Ελαιώνα και απεδείχθη ανεφάρμοστο, αλλά με την πραγματική κατάσταση, στην οποία η περιοχή αυτή βρίσκεται τώρα - και όπως αυτή προκύπτει από τα πρακτικά της Βουλής και τις λοιπές προκαταρκτικές εργασίες πριν την ψήφιση του νόμου.
Επειδή έγινε πολύς λόγος για την εισήγηση, που είναι καταπέλτης και άλλα τέτοια ωραία, να σας αναφέρω τι μου έμεινε από την ανάγνωσή της (την οποία έκανε δημόσια ο ίδιος ο εισηγητής, στο πλαίσιο της συνεδρίασης): οι λόγοι της αιτήσεως ακυρώσεως που πρέπει να γίνουν δεκτοί είναι συνολικά 5. Οι δύο τελευταίοι αφορούν πλημμέλειες της έκδοσης των οικοδομικών αδειών και όχι τη συνταγματικότητα ή μη του ν. 3481/2006. Οι τρεις υπόλοιποι είναι οι εξής: 1. Θεωρείται ότι δεν ακολουθήθηκε μια διαδικασία διαβούλευσης (ανοικτή διαδικασία στο κοινό με υποβολή προτάσεων) πριν την ψήφιση του νόμου - τη διαδικασία αυτή την επιτάσσει μια κοινοτική οδηγία. 2. Υπάρχει μείωση κοινοχρήστων χώρων (σε σχέση όχι με τους υπάρχοντες, αλλά τους προβλεπομένους στο π.δ. του 1995), δεν αιτιολογήθηκε όμως επαρκώς κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου και δεν προέκυψε εάν οι νέες χρήσεις (εμπορικές κυρίως) του ο.τ., στο οποίο κτίζει η εταιρεία του κ. Βωβού είναι ή όχι οι λιγότερο επιβαρυντικές για το περιβάλλον, και 3. Η αύξηση του συντελεστή δόμησης του οικοπέδου, στο οποίο κτίζει η εταιρεία Βωβού έγινε, χωρίς να περιλαμβάνονται στις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 3481/2006 επαρκείς αιτιολογίες πολεοδομικού χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, και οι τρεις λόγοι που ο εισηγητής κρίνει βάσιμους αφορούν όχι την ουσία, αλλά τη διαδικασία ψήφισης του ν. 3481/2006. Κατά την προσωπική μου γνώμη, πάντως, κανείς από τους τρεις λόγους δεν πρέπει να γίνει δεκτός - για να μην μπω σε λεπτομέρειες και κουράσω, αρκεί ν' αναφέρω ότι υπήρξε εκτεταμένη επιστημονική τεκμηρίωση της Διπλής Ανάπλασης και έντονος κοινωνικός διάλογος (οι δικηγόροι της εταιρείας Βωβού, της ΠΑΕ Παναθηναϊκός και του Δήμου υποστηρίζουν ότι η Οδηγία σε κάθε περίπτωση δεν εφαρμόζεται, λόγω κάποιων μεταβατικών διατάξεων που περιείχε). Έτσι, και το κοινό ήταν ενήμερο για τις αναλαμβανόμενες δράσεις, αλλά και υπάρχει πλήρης αιτιολογία για τις σταθμίσεις που έγιναν και τις λύσεις που επελέγησαν - και η αμφισβήτηση της αιτιολογίας αυτής σε επιστημονικό επίπεδο δεν είναι έργο του ΣτΕ. Οι παραβάσεις σχετικά με την έκδοση οικοδομικών αδειών έχουν να κάνουν με το ότι: α. προβλέπονται λιγότερες θέσεις στάθμευσης, από αυτές που απαιτεί η νομοθεσία (πράγμα για το οποίο έχω σοβαρές επιφυλάξεις) και β. η οικοδομική άδεια έπρεπε να προβλέπει περισσότερα του ενός κτίσματα στο οικόπεδο της εταιρείας Βωβού (αυτό δεν τόχω ψάξει, για νάμαι ειλικρινής). Πρέπει να επισημάνω και ότι η εισήγηση στην Ολομέλεια (περίπου 30 δικαστές) δεν έχει τη σημασία που θα είχε σε μικρότερο σχηματισμό του ΣτΕ (5μελές ή 7μελές τμήμα) και επηρεάζει λιγότερο. Παρά τις διαφωνίες που έχω με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, δεν μπορεί ν' αρνηθεί κανείς ότι η εισήγηση είναι προσεγμένη, προϊόν κοπιώδους εργασίας (77 σελίδες!) και με αναφορές στην προηγηθείσα νομολογία του ΣτΕ, επί τη βάσει της οποίας απορρίπτονται οι περισσότεροι λόγοι ακυρώσεως που είχαν προταθεί (11 + 15 συνολικά).
Μένει να δούμε την κατάληξη αυτής της ιστορίας, η οποία δεν μου φαίνεται καθόλου βεβαία, είτε προς τη μία, είτε προς την άλλη κατεύθυνση.
Wednesday, March 4, 2009
Γιατί καταθέσαμε την παρέμβαση
Ο Φώτης Περλικός, πρόεδρος της Φιλελεύθερης Συμμαχίας και διαχειριστής του e-rooster, είχε την καλοσύνη να δημοσιεύσει αυτούσιο το κείμενο της παρεμβάσεως που κατέθεσα, μαζί με άλλους 12 πολίτες, και υπέγραψα ως δικηγόρος, μαζί με τον Τάσο Αβραντίνη, σχετικά με τη διπλή ανάπλαση των περιοχών Βοτανικού - Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Στη συζήτηση που ακολούθησε, ένας σχολιαστής έθεσε μετ' επιμονής το ερώτημα: ποια ήταν τα κίνητρά μας και γιατί προχωρήσαμε σε μια τέτοια κίνηση, η οποία έχει, κατά βάσιν (κατά την αντίληψή του) τοπικό χαρακτήρα και είναι μάλλον θέμα τοπικής αυτοδιοίκησης;
Στο εύλογο αυτό ερώτημα πρέπει να δοθούν κάποιες διευκρινίσεις. Το ζήτημα που τίθεται, με την κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τη συμβατότητα νομοθεσίας με το άρθρο 24 του Συντάγματος (το άρθρο, με το οποίο καθιερώνεται η υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει το περιβάλλον), είναι πρωτίστως θεσμικό ζήτημα. Έχει να κάνει κατά κύριο λόγο με τη δικαιοδοσία που (πρέπει να) έχει το Συμβούλιο της Επικρατείας (εφ' εξής: ΣτΕ) στις διαφορές αυτές. Εξετάζοντας νομικά το θέμα, το ΣτΕ πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα στο άρθρο 26 (το οποίο προβλέπει το διαχωρισμό των λειτουργιών μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας) και στο άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι όλα τα κρατικά όργανα οφείλουν να προστατεύουν το περιβάλλον. Το ζήτημα που τίθεται είναι, κυρίως, το εξής: δεδομένου του ότι οι κρίσεις για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις κάποιων ενεργειών είναι προεχόντως επιστημονικές, μπορεί ένα δικαστικό όργανο, το ΣτΕ εν προκειμένω, να υποκαθιστά την κρίση, στην οποία έχει καταλήξει η νομοθετική ή η εκτελεστική εξουσία, οι οποίες έχουν και πρόσβαση (κυρίως η εκτελεστική) στις εξειδικευμένες αυτές επιστήμες; Λ.χ. η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων συντάχθηκε από μηχανικούς (κατά κύριο λόγο) της διοικήσεως, οι οποίοι έκριναν ότι οι παρεμβάσεις που γίνονται δεν θα πλήξουν το περιβάλλον. Μπορεί το ΣτΕ να έλθει και να ανατρέψει την κρίση τους αυτή;
Το ερώτημα αυτό έχει και μια πρακτική συνέπεια. Κατ' ανάγκην ένα όργανο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την προστασία του περιβάλλοντος (τέτοιο είναι και το ΣτΕ) όχι δρώντας το ίδιο, αλλά εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας δράσεις των άλλων οργάνων της Πολιτείας, θα είναι συντηρητικό στις επιλογές του. Η λογική είναι ότι η αδράνεια μπορεί να μη βελτιώσει, αλλά οπωσδήποτε δεν θα επιβαρύνει το περιβάλλον, ενώ, από την άλλη, μια δράση μπορεί να έχει είτε θετική, είτε αρνητική επίπτωση στο περιβάλλον. Ο φόβος μιας αρνητικής επίπτωσης οδηγεί το ΣτΕ στην υιοθέτηση αρκετά σκληρών (ίσως και άκαμπτων) κριτηρίων, διά των οποίων απορρίπτει τις περισσότερες δράσεις τέτοιας μορφής. Επίσης, αρνείται να χρησιμοποιήσει ως κριτήριο (παρά μόνον επιβοηθητικώς) την πραγματική κατάσταση που υπάρχει σε μια περιοχή - έτσι, κατ' αρχήν θεωρεί ότι δεν πρέπει να επιβαρυνθούν οι χρήσεις της περιοχής του Βοτανικού, όπως αυτές είχαν καθορισθεί στο π.δ. του 1995, παρ' όλον που ουδέποτε οι διατάξεις αυτού του διατάγματος υλοποιήθηκαν και η περιοχή έχει το μαύρο της το χάλι. Έτσι, όμως, καθίσταται πολύ δύσκολο στο νομοθέτη να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε ουσιαστική παρέμβαση και δεσμεύεται ες αεί από παρελθούσες αποφάσεις του. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το Βοτανικό, αλλά και για οποιοδήποτε προβληματικό οικιστικό αστικό περιβάλλον.
Η δεύτερη πρακτική συνέπεια έχει να κάνει με το επενδυτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ελλάδα γενικότερα. Δεν μπορεί, δηλαδή, να λέμε σ' έναν επενδυτή (σήμερα είναι ο Βωβός, χθες ήσαν αυτοί που ήθελαν να κάνουν τα ορυχεία χρυσού στη Χαλκιδική, αύριο μπορεί να είναι οποιοσδήποτε άλλος) από τη μία, ως νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, ότι μπορεί να προχωρήσει σε μια επένδυση και αυτός να κάνει τα σχετικά έξοδα, και από την άλλη, μετά την πάροδο, μάλιστα, σημαντικού χρονικού διαστήματος να του λέμε ότι τα όσα σου είχαμε πει πιο πριν είναι παράνομα. Κάτι τέτοιο είναι εντελώς αποτρεπτικό για οποιαδήποτε σοβαρή και μεγάλης εκτάσεως επένδυση. Δεν σημαίνει αυτό ότι πρέπει να αποστερηθούμε ενός ακυρωτικού Δικαστηρίου και του ελέγχου της δικαστικής εξουσίας προς τις άλλες δύο, οι οποίες αλλιώς θα οδηγούνταν σε αυθαιρεσία. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε τη διασφάλιση ότι τουλάχιστον οι τεχνοκρατικές κρίσεις θα γίνονται από τα όργανα με τη σχετική πρόσβαση στην τεχνογνωσία και όχι από τους δικαστές.
Θέλω να πιστεύω ότι τα θέματα αυτά δεν είναι μόνο τοπικά, αλλά αφορούν τη λειτουργία των θεσμών στην Ελλάδα γενικότερα. Για το λόγο αυτό (πέραν των προφανών ωφελειών που πιστεύουμε ότι θα επιφέρει στη ζωή μας η διπλή ανάπλαση - προσωπικά ζω λίγες εκατοντάδες μέτρα από το γήπεδο του ΠΑΟ στη Λεωφ. Αλεξάνδρας) και καταθέσαμε την παρέμβαση, ώστε να προβάλουμε τις θέσεις μας αυτές (κυριολεκτικά) αρμοδίως.
Για την αντιγραφή,
Averell Dalton